Οι πρώτες τροφές του μωρού που καθορίζουν τις αγαπημένες του γεύσεις!

Ερευνητές στο Κέντρο Χημικών Αισθήσεων Monell αναφέρουν ότι οι διατροφικές εμπειρίες κατά τους πρώτους επτά μήνες της ζωής μπορεί να συμβάλουν στις προτιμήσεις του παιδιού.
“Η έρευνα αυτή μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τους πρώιμους παράγοντες που εμπλέκονται στις προτιμήσεις των ανθρώπων ως προς τις τροφές και την επιλογή του τύπου διατροφής, έναν τομέα με πολλές σημαντικές συνέπειες για την υγεία. Μπορούμε να διερευνήσουμε αυτές τις πρώιμες επιδράσεις συστηματικά μελετώντας βρέφη που θηλάζουν, καθώς και βρέφη των οποίων οι γονείς αποφάσισαν να τους χορηγήσουν ειδικές τροφές για βρέφη”, αναφέρουν οι ερευνητές.

Στο πλαίσιο ενός ερευνητικού προγράμματος με στόχο την κατανόηση των παραγόντων που επηρεάζουν τις προσωπικές προτιμήσεις στις τροφές, οι ερευνητές του Κέντρου Monell συνέκριναν τις γευστικές προτιμήσεις βρεφών που τράφηκαν με μπιμπερό και που έλαβαν δύο διαφορετικούς τύπους γάλατος ειδικής σύνθεσης που κυκλοφορούν στο εμπόριο. Το ένα ήταν ένα κλασικό σκεύασμα, βασισμένο στο γάλα. Το άλλο ονομάζεται υδρόλυμα πρωτεΐνης, διότι οι πρωτεΐνες που περιέχει έχουν υποβληθεί σε προηγούμενη πέψη, ώστε να είναι πιο εύκολη η απορρόφησή τους από τα βρέφη. Τα δύο σκευάσματα είναι παρόμοια από διατροφική άποψη, αλλά διαφέρουν έντονα ως προς τη γεύση: τα βασισμένα στο γάλα σκευάσματα περιγράφονται ως ήπια και παρόμοια με δημητριακά, ενώ τα υδρολύματα (εύπεπτες πρωτεΐνες) έχουν εξαιρετικά δυσάρεστη γεύση στους περισσότερους ενήλικες, η οποία είναι ξινόπικρη και αφήνει άσχημη γεύση στο στόμα.

Στη μελέτη, η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Pediatrics, 53 βρέφη τράφηκαν με το ένα από τα δύο βρεφικά σκευάσματα επί επτά μήνες. Ξεκινώντας σε ηλικία περίπου 2 εβδομάδων, η μία ομάδα έλαβε μόνο το κλασικό σκεύασμα, ενώ η δεύτερη ομάδα έλαβε μόνο το σκεύασμα εύπεπτων πρωτεϊνών. Δύο πρόσθετες ομάδες συνδύασαν τρεις μήνες διατροφής με εύπεπτες πρωτεΐνες, το οποίο χορηγούνταν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, με τέσσερις μήνες διατροφής με το κλασικό σκεύασμα. Επειδή τα βρέφη δέχονται πιο εύκολα τα σκευάσματα εύπεπτων πρωτεϊνών στη διάρκεια των πρώτων τεσσάρων μηνών της ζωής τους, όλα τα βρέφη ήταν ευχαριστημένα ανεξάρτητα από το σκεύασμα με το οποίο τρέφονταν.

Στο τέλος της καθορισμένης περιόδου, όλα τα βρέφη είχαν τη δυνατότητα να τραφούν και με τους δύο τύπους γάλατος. Η συμπεριφορά των βρεφών και η ποσότητα που κατανάλωναν εξαρτιόταν από το ποιο σκεύασμα είχαν λάβει στη διάρκεια των προηγούμενων επτά μηνών. Τα βρέφη ηλικίας επτά μηνών που δεν είχαν τραφεί ποτέ με εύπεπτες πρωτεΐνες, απέρριπταν έντονα το σκεύασμα. Αντίθετα, τα βρέφη που είχαν συνηθίσει σε αυτό έδειχναν χαλαρά και χαρούμενα όταν τα τάιζαν και έπιναν περισσότερο από το σκεύασμα εύπεπτων πρωτεϊνών.
Είναι συχνά δύσκολο για τους γονείς να δώσουν αυτά τα σκευάσματα στα μωρά τους, γιατί νομίζουν ότι έχουν άσχημη γεύση. Τα παραπάνω ευρήματα δείχνουν ότι αν το βρέφος λάβει αυτό το σκεύασμα έως την ηλικία των τριών μηνών, μαθαίνει να του αρέσει η γεύση του.

Αυτές οι πρώιμες επιρροές διαμορφώνουν τις γευστικές προτιμήσεις στη διάρκεια της παιδικής ηλικίας – ίσως και μετά από αυτήν. Σε προηγούμενες μελέτες του εργαστηρίου, τα παιδιά ηλικίας 4-5 ετών που είχαν τραφεί με εύπεπτες πρωτεΐνες στη διάρκεια της βρεφικής τους ηλικίας, αποδέχονταν πιο εύκολα την ξινόπικρη γεύση και μυρωδιά που είχαν συσχετίσει με αυτά τα σκευάσματα, από ό,τι τα παιδιά που είχαν τραφεί με άλλα σκευάσματα.
Τα ευρήματα αυτά συμπληρώνουν το μακροχρόνιο ερευνητικό πρόγραμμα των Mennella και Beauchamp σχετικά με το πώς τα βρέφη που θηλάζουν μαθαίνουν για τις γεύσεις. Επειδή από το μητρικό γάλα μεταδίδονται οι γεύσεις από τη διατροφή της μητέρας στο βρέφος που θηλάζει, το βρέφος εκτίθεται σε γευστικές εμπειρίες στη διάρκεια της περιόδου του θηλασμού. Οι ερευνητές του Monell υποστηρίζουν ότι αυτή η πρώιμη έκθεση χρησιμεύει στο να μάθει το παιδί να δέχεται και να προτιμάει τις γεύσεις της διατροφής της μητέρας του, διατροφή την οποία θα λαμβάνει και αυτό μόλις αρχίσει να τρώει κανονικά.

Οι ερευνητές σχολιάζουν τις συνέπειες των παραπάνω ευρημάτων, λέγοντας ότι “επειδή γνωρίζουμε ότι οι γευστικές προτιμήσεις που τίθενται στα πρώτα στάδια της ζωής συνεχίζουν να υπάρχουν και στα επόμενα έτη, οι διατροφικές συνήθειες του παιδιού μπορεί να έχουν καθοριστεί πολύ πριν την εισαγωγή στερεάς τροφής στο διαιτολόγιό του”.

iator.gr